Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blaspheme
01
βλασφημώ, προφέρω βλασφημίες
to speak using offensive or disrespectful language
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blaspheme
γ΄ ενικό πρόσωπο
blasphemes
ενεστώτα μετοχή
blaspheming
απλός αόριστος
blasphemed
παθητική μετοχή
blasphemed
Παραδείγματα
Angered by the referee's decision, the player began to blaspheme, earning himself a red card.
Θυμωμένος με την απόφαση του διαιτητή, ο παίκτης άρχισε να βλαστημά, κερδίζοντας ένα κόκκινη κάρτα.
02
βλασφημώ, βεβηλώνω
to talk about something sacred or important in a disrespectful way
Παραδείγματα
The movie was banned in several countries because it was perceived to blaspheme traditional beliefs.
Η ταινία απαγορεύτηκε σε αρκετές χώρες επειδή θεωρήθηκε ότι βλασφημούσε τις παραδοσιακές πεποιθήσεις.



























