Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blaspheme
01
βλασφημώ, προφέρω βλασφημίες
to speak using offensive or disrespectful language
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blaspheme
γ΄ ενικό πρόσωπο
blasphemes
ενεστώτα μετοχή
blaspheming
απλός αόριστος
blasphemed
παθητική μετοχή
blasphemed
Παραδείγματα
She warned her children never to blaspheme, no matter how angry they might be.
Προειδοποίησε τα παιδιά της να μην βλασφημούν ποτέ, ανεξάρτητα από το πόσο θυμωμένα μπορεί να είναι.
02
βλασφημώ, βεβηλώνω
to talk about something sacred or important in a disrespectful way
Παραδείγματα
The author faced backlash from religious communities who felt he was using his platform to blaspheme.
Ο συγγραφέας αντιμετώπισε αντιδράσεις από θρησκευτικές κοινότητες που θεώρησαν ότι χρησιμοποιεί την πλατφόρμα του για βλασφημία.



























