Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cram in
01
σφίγγω, μπήχνω
to forcibly fit or squeeze a significant amount of work or activity into a limited timeframe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
cram
ενεστώτας
cram in
γ΄ ενικό πρόσωπο
crams in
ενεστώτα μετοχή
cramming in
απλός αόριστος
crammed in
παθητική μετοχή
crammed in
Παραδείγματα
With only a few minutes to spare, he tried to cram in a phone call to his parents.
Με μόνο λίγα λεπτά διαθέσιμα, προσπάθησε να χώσει μια τηλεφωνική κλήση στους γονείς του.
02
στριμώχνω, σπρώχνω
to forcefully fit something or someone into a small space
Παραδείγματα
We had to cram in all our luggage into the tiny car trunk.
Έπρεπε να στριμώξουμε όλα τα αποσκευές μας στον μικροσκοπικό πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου.



























