Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cram in
[phrase form: cram]
01
σφίγγω, μπήχνω
to forcibly fit or squeeze a significant amount of work or activity into a limited timeframe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
cram
ενεστώτας
cram in
γ΄ ενικό πρόσωπο
crams in
ενεστώτα μετοχή
cramming in
απλός αόριστος
crammed in
παθητική μετοχή
crammed in
Παραδείγματα
He had to cram in a workout session between his morning and afternoon meetings.
Έπρεπε να χωρέσει μια προπονητική συνεδρία μεταξύ των συναντήσεων του πρωινού και του απογεύματος.
02
στριμώχνω, σπρώχνω
to forcefully fit something or someone into a small space
Παραδείγματα
Despite the limited space, he crammed in as many books as possible on the shelf.
Παρά τον περιορισμένο χώρο, έσπρωξε όσα περισσότερα βιβλία μπορούσε στο ράφι.



























