relatable
re
ρι
la
ˈleɪ
λει
ta
τα
ble
bəl
μπαλ
British pronunciation
/rɪˈleɪtəbəl/

Ορισμός και σημασία του "relatable"στα αγγλικά

01

κατανοητός, με τον οποίο μπορεί κανείς να ταυτιστεί

having qualities that make it easy for people to connect with or understand
example
Παραδείγματα
Her honest and relatable blog posts about parenting challenges gained her a large following.
Οι ειλικρινείς και σχετικές αναρτήσεις της στο ιστολόγιο σχετικά με τις προκλήσεις της γονικής μέριμνας της χάρισαν ένα μεγάλο αριθμό ακολούθων.
02

σχετικός, κατάλληλος

connected or relevant to a particular subject or context
example
Παραδείγματα
The increase in mental health issues among youth is relatable to academic pressures and social media usage.
Η αύξηση των ψυχικών προβλημάτων στους νέους συνδέεται με τις ακαδημαϊκές πιέσεις και τη χρήση των κοινωνικών δικτύων.

Λεξικό Δέντρο

relatable
relate
rel
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store