relatable
re
ri
la
ˈleɪ
lei
table
təbl
tēbl
rentablereliablerepeatablereputable

Ορισμός και σημασία του "relatable"στα αγγλικά

01

κατανοητός, με τον οποίο μπορεί κανείς να ταυτιστεί

having qualities that make it easy for people to connect with or understand 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most relatable
συγκριτικός βαθμός
more relatable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her stories about growing up in a small town were so relatable that everyone in the audience nodded in agreement. 

Οι ιστορίες της για τη μεγάλωση σε μια μικρή πόλη ήταν τόσο συγγνώριμες που όλοι στο κοινό κούνησαν το κεφάλι τους σε συμφωνία.

02

σχετικός, κατάλληλος

connected or relevant to a particular subject or context 
Παραδείγματα
The decline of traditional industries can be relatable to the rise of automation and technological advancements. 

Η παρακμή των παραδοσιακών βιομηχανιών μπορεί να σχετίζεται με την άνοδο της αυτοματοποίησης και των τεχνολογικών προόδων.

Λεξικό Δέντρο

relatable
relate
rel
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store