Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relatable
01
κατανοητός, με τον οποίο μπορεί κανείς να ταυτιστεί
having qualities that make it easy for people to connect with or understand
Παραδείγματα
Her honest and relatable blog posts about parenting challenges gained her a large following.
Οι ειλικρινείς και σχετικές αναρτήσεις της στο ιστολόγιο σχετικά με τις προκλήσεις της γονικής μέριμνας της χάρισαν ένα μεγάλο αριθμό ακολούθων.
Παραδείγματα
The increase in mental health issues among youth is relatable to academic pressures and social media usage.
Η αύξηση των ψυχικών προβλημάτων στους νέους συνδέεται με τις ακαδημαϊκές πιέσεις και τη χρήση των κοινωνικών δικτύων.
Λεξικό Δέντρο
relatable
relate
rel



























