Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
without
01
χωρίς, στην απουσία
used to indicate that a person or thing does not have something or someone
Παραδείγματα
She sang without music.
Εκείνη τραγούδησε χωρίς μουσική.
1.1
χωρίς, στην απουσία
used to indicate not having or being deprived of a particular element
Παραδείγματα
It 's difficult to imagine a day without laughter.
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια μέρα χωρίς γέλιο.
Λεξικό Δέντρο
without
with
out



























