Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
without
01
χωρίς, στην απουσία
used to indicate that a person or thing does not have something or someone
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She can't live without her phone.
Δεν μπορεί να ζήσει χωρίς το τηλέφωνό της.
1.1
χωρίς, στην απουσία
used to indicate not having or being deprived of a particular element
Παραδείγματα
He completed the assignment without any assistance.
Ολοκλήρωσε την εργασία χωρίς καμία βοήθεια.
Λεξικό Δέντρο
without
with
out



























