hotline
Pronunciation
/ˈhɑtˌɫaɪn/

Ορισμός και σημασία του "hotline"στα αγγλικά

01

καυτή γραμμή, άμεση γραμμή

a direct phone line for emergency calls or calls between heads of governments
hotline definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hotlines
Παραδείγματα
The suicide prevention hotline provides confidential support and counseling to individuals in crisis.
Η γραμμή πρόληψης αυτοκτονιών παρέχει εμπιστευτική υποστήριξη και συμβουλευτική σε άτομα σε κρίση.

Λεξικό Δέντρο

hotline

hot

+

line

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store