hotline
hot
ˈhɒt
hot
line
laɪn
lain

Ορισμός και σημασία του "hotline"στα αγγλικά

01

καυτή γραμμή, άμεση γραμμή

a direct phone line for emergency calls or calls between heads of governments 
hotline definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hotlines
Παραδείγματα
Political campaigns use hotlines to encourage voter turnout and provide information on polling locations. 

Οι πολιτικές εκστρατείες χρησιμοποιούν απευθείας γραμμές για να ενθαρρύνουν την προσέλευση των ψηφοφόρων και να παρέχουν πληροφορίες για τα εκλογικά τμήματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hotline

hot

+

line

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store