Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unsend
01
ακύρωση αποστολής, ανάκληση αποστολής
to use a mailing feature that enables one to prevent a sent email or text from being delivered
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unsend
γ΄ ενικό πρόσωπο
unsends
ενεστώτα μετοχή
unsending
απλός αόριστος
unsent
παθητική μετοχή
unsent
Λεξικό Δέντρο
unsend
send



























