whiteboard
white
ˈwaɪt
vait
board
bɔ:d
bawd

Ορισμός και σημασία του "whiteboard"στα αγγλικά

01

λευκός πίνακας, πίνακας γραφής

a large board with a smooth white surface that we can write on, especially used for teaching or presentations 
whiteboard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whiteboards
Παραδείγματα
During the language class, the teacher wrote new vocabulary on the whiteboard. 

Κατά τη διάρκεια του μαθήματος γλώσσας, ο δάσκαλος έγραψε νέο λεξιλόγιο στον λευκό πίνακα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store