to whiten
Pronunciation
/ˈhwaɪtən/, /ˈwaɪtən/

Ορισμός και σημασία του "whiten"στα αγγλικά

to whiten
01

λευκαίνω, ανοιγοκλείνω

to become white or lighter in color
Intransitive
to whiten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whiten
γ΄ ενικό πρόσωπο
whitens
ενεστώτα μετοχή
whitening
απλός αόριστος
whitened
παθητική μετοχή
whitened
Παραδείγματα
The old bones whitened in the sun after being left in the field.
Τα παλιά κόκκαλα άσπρισαν στον ήλιο αφού εγκαταλείφθηκαν στο χωράφι.
02

λεπκαίνω, ανοίγω το χρώμα

to make white or lighter in color
Transitive: to whiten sth
Παραδείγματα
While cleaning, they were happily whitening the stained tiles.
Καθώς καθάριζαν, άσπριζαν με χαρά τις λεκιασμένες πλάκες.

Λεξικό Δέντρο

whitened
whitener
whitening
whiten
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store