Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to whiten
01
λευκαίνω, ανοιγοκλείνω
to become white or lighter in color
Intransitive
Παραδείγματα
The old bones whitened in the sun after being left in the field.
Τα παλιά κόκκαλα άσπρισαν στον ήλιο αφού εγκαταλείφθηκαν στο χωράφι.
Παραδείγματα
While cleaning, they were happily whitening the stained tiles.
Καθώς καθάριζαν, άσπριζαν με χαρά τις λεκιασμένες πλάκες.
Λεξικό Δέντρο
whitened
whitener
whitening
whiten



























