Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to whiten
01
λευκαίνω, ανοιγοκλείνω
to become white or lighter in color
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whiten
γ΄ ενικό πρόσωπο
whitens
ενεστώτα μετοχή
whitening
απλός αόριστος
whitened
παθητική μετοχή
whitened
Παραδείγματα
The shirt tends to whiten after several washes.
Το πουκάμισο τείνει να ασπρίζει μετά από πολλές πλύσεις.
Παραδείγματα
She uses bleach to whiten her white clothes.
Χρησιμοποιεί λευκαντικό για να λευκάνει τα άσπρα ρούχα της.
Λεξικό Δέντρο
whitened
whitener
whitening
whiten



























