to whiten
whi
ˈwaɪ
vai
ten
tən
tēn
tritontightenlightentitan

Ορισμός και σημασία του "whiten"στα αγγλικά

to whiten
01

λευκαίνω, ανοιγοκλείνω

to become white or lighter in color 
Intransitive
to whiten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whiten
γ΄ ενικό πρόσωπο
whitens
ενεστώτα μετοχή
whitening
απλός αόριστος
whitened
παθητική μετοχή
whitened
Παραδείγματα
The shirt tends to whiten after several washes. 

Το πουκάμισο τείνει να ασπρίζει μετά από πολλές πλύσεις.

02

λεπκαίνω, ανοίγω το χρώμα

to make white or lighter in color 
Transitive: to whiten sth
Παραδείγματα
She uses bleach to whiten her white clothes. 

Χρησιμοποιεί λευκαντικό για να λευκάνει τα άσπρα ρούχα της.

Λεξικό Δέντρο

whitened
whitener
whitening
whiten
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store