whitener
whi
ˈwaɪ
vai
te
ner
whittler

Ορισμός και σημασία του "whitener"στα αγγλικά

01

λεύκανση, παράγοντας λεύκανσης

an agent that makes things white or colorless 
whitener definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whiteners
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store