Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whitebait
01
λευκό ψάρι, νεογέννητο ευρωπαϊκού ρέγγου
the young of European herrings that are silvery white and edible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
whitebait
02
μικρά ψάρια, λευκόψαρο
minnows or other small fresh- or saltwater fish (especially herring); usually cooked whole
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
whitebait
white
bait



























