yogurt
yo
ˈjɒ
yo
gurt
gət
gēt
yoghurt
yoghourt

Ορισμός και σημασία του "yogurt"στα αγγλικά

01

γιαούρτι

a thick liquid food that is made from milk and is eaten cold 
yogurt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She enjoys having yogurt with fresh fruit and granola for breakfast each morning. 

Απολαμβάνει να τρώει γιαούρτι με φρέσκα φρούτα και γκρανόλα για πρωινό κάθε πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store