Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to yearn
01
λαχταρώ, ποθώ
to have a strong and continuous desire for something
Transitive: to yearn to do sth | to yearn for sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
yearn
γ΄ ενικό πρόσωπο
yearns
ενεστώτα μετοχή
yearning
απλός αόριστος
yearned
παθητική μετοχή
yearned
Παραδείγματα
The artist yearns to create work that resonates with people.
Ο καλλιτέχνης λαχταρά να δημιουργήσει έργο που αντηχεί με τους ανθρώπους.
02
λαχταρώ, ποθώ
to strongly wish for something or someone that is absent or out of reach
Intransitive: to yearn for sth
Παραδείγματα
He yearned for the warmth of his mother's embrace during times of sadness.
Ποθούσε τη ζεστασιά της αγκαλιάς της μητέρας του σε στιγμές θλίψης.
03
λαχταρώ, αναστενάζω
to feel deep sympathy or a strong desire to help or care for someone
Intransitive: to yearn over sb/sth
Παραδείγματα
They yearned over the garden they had worked so hard to create.
Λαχτάριζαν για τον κήπο που είχαν δουλέψει τόσο σκληρά να δημιουργήσουν.
Λεξικό Δέντρο
yearner
yearning
yearn



























