Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to yearn
01
λαχταρώ, ποθώ
to have a strong and continuous desire for something
Transitive: to yearn to do sth | to yearn for sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
yearn
γ΄ ενικό πρόσωπο
yearns
ενεστώτα μετοχή
yearning
απλός αόριστος
yearned
παθητική μετοχή
yearned
Παραδείγματα
She yearns for the freedom to pursue her passions.
Εκείνη λαχταρά για την ελευθερία να ακολουθήσει τα πάθη της.
02
λαχταρώ, ποθώ
to strongly wish for something or someone that is absent or out of reach
Intransitive: to yearn for sth
Παραδείγματα
She yearned for the company of her childhood friends who now lived far away.c
Αυτή λαχταρούσε για τη συντροφιά των παιδικών της φίλων που τώρα ζούσαν μακριά.
03
λαχταρώ, αναστενάζω
to feel deep sympathy or a strong desire to help or care for someone
Intransitive: to yearn over sb/sth
Παραδείγματα
She yearned over her sick dog, wishing it could get better.
Εκείνη λαχταρούσε για το άρρωστο σκυλί της, ευχόμενη να γίνει καλύτερα.
Λεξικό Δέντρο
yearner
yearning
yearn



























