yearning
yearning
'jɜ:nɪng
yēning
yearlongyearling

Ορισμός και σημασία του "yearning"στα αγγλικά

01

λαχτάρα, πόθος

a strong feeling of longing, desire or craving for something or someone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
yearnings
Παραδείγματα
She felt a yearning to return to her childhood home. 

Ένιωσε μια λαχτάρα να επιστρέψει στο σπίτι της παιδικής της ηλικίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

yearningly
yearning
yearn
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store