wretched
wret
ˈrɛ
ρε
ched
ʧɪd
τσιντ

Ορισμός και σημασία του "wretched"στα αγγλικά

01

δυστυχής, άθλιος

experiencing deep emotional distress or unhappiness 
wretched definition and meaning
Παραδείγματα
He felt wretched after losing his job. 

Ένιωσε άθλιος μετά την απώλεια της δουλειάς του.

02

άθλιος, αξιοθρήνητος

extremely bad in quality, state, or workmanship 
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wretched
συγκριτικός βαθμός
more wretched
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
condition, quality, state
Παραδείγματα
The house was in a wretched state after the flood. 

Το σπίτι ήταν σε θλιβερή κατάσταση μετά την πλημμύρα.

03

άθλιος, ταλαιπωρημένος

suffering from pain, illness, or extreme discomfort 
Παραδείγματα
He looked wretched after days without food. 

Φαινόταν άθλιος μετά από μέρες χωρίς φαγητό.

04

άθλιος, ποταπός

vile or despicable in behavior or character 
Παραδείγματα
It was a wretched betrayal of trust. 

Ήταν μια άθλια προδοσία της εμπιστοσύνης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

wretchedly
wretchedness
wretched
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store