Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wrick
01
στραμπουλώ, στραμπουλίζω
twist suddenly so as to sprain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wrick
γ΄ ενικό πρόσωπο
wricks
ενεστώτα μετοχή
wricking
απλός αόριστος
wricked
παθητική μετοχή
wricked
Wrick
01
μια οδυνηρή μυϊκή σπασμό, ειδικά στο λαιμό ή την πλάτη
a painful muscle spasm especially in the neck or back (rick' and wrick' are British)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wricks
LanGeek



























