to wring
wring
rɪng
ring
wrongwiringwriting

Ορισμός και σημασία του "wring"στα αγγλικά

to wring
01

στύβω, στραμπουλώ

to extract or remove liquid from something by twisting, squeezing, or compressing it 
Transitive: to wring a fabric
to wring definition and meaning
Παραδείγματα
He wrung the dishcloth to remove the soapy water after washing the dishes. 

Στύψει το πανί για να αφαιρέσει το σαπουνισμένο νερό μετά το πλύσιμο των πιάτων.

02

στραγγίζω, βασανίζω

to cause extreme emotional or physical pain or distress to someone 
Transitive: to wring sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wring
γ΄ ενικό πρόσωπο
wrings
ενεστώτα μετοχή
wringing
απλός αόριστος
wrung
παθητική μετοχή
wrung
Παραδείγματα
The news of the accident wrung her heart, causing her immense grief. 

Η είδηση του ατυχήματος της έσπασε την καρδιά, προκαλώντας της αμέτρητη θλίψη.

03

στρίβω, στραμπουλώ

to press and twist something forcibly 
Transitive: to wring sth
Παραδείγματα
The strong winds threatened to wring the branches of the fragile sapling. 

Οι δυνατοί άνεμοι απειλούσαν να στρίψουν τα κλαδιά του εύθραστου δενδρυλλίου.

04

αποσπώ, εξάγω με κόπο

to obtain or extract something, often with great effort, difficulty, or pressure 
Transitive: to wring sth out of sb | to wring sth from sb
Παραδείγματα
She managed to wring the truth out of the reluctant witness during the intense cross-examination. 

Κατάφερε να αποσπάσει την αλήθεια από τον απρόθυμο μάρτυρα κατά τη διάρκεια της έντονης ανάκρισης.

01

στρίψιμο, συμπίεση

a twisting squeeze 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wrings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store