to wrick
Pronunciation
/ɹˈɪk/

Ορισμός και σημασία του "wrick"στα αγγλικά

to wrick
01

στραμπουλώ, στραμπουλίζω

twist suddenly so as to sprain
to wrick definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wrick
γ΄ ενικό πρόσωπο
wricks
ενεστώτα μετοχή
wricking
απλός αόριστος
wricked
παθητική μετοχή
wricked
01

μια οδυνηρή μυϊκή σπασμό, ειδικά στο λαιμό ή την πλάτη

a painful muscle spasm especially in the neck or back (`rick' and `wrick' are British)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wricks
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store