Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wound
01
πληγή, τραύμα
an injury inflicted on the body especially one that seriously damages the skin or the flesh
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wounds
Παραδείγματα
The soldier had a deep wound on his leg from the battle.
Ο στρατιώτης είχε ένα βαθύ τραύμα στο πόδι του από τη μάχη.
1.1
πληγή, τραύμα
hurt feelings or damage to one's pride
Παραδείγματα
His harsh words left a deep wound that took years to heal.
Οι σκληρές του λέξεις άφησαν ένα βαθύ τραύμα που χρειάστηκε χρόνια για να επουλωθεί.
02
πληγή, τραύμα
the act of causing an injury to someone
Παραδείγματα
He inflicted a wound with a sword during the duel.
Προκάλεσε ένα τραύμα με ένα σπαθί κατά τη διάρκεια της μονομαχίας.
to wound
01
τραυματίζω, προκαλώ τραύμα
to cause physical harm or injury to someone
Transitive: to wound sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wound
γ΄ ενικό πρόσωπο
wounds
ενεστώτα μετοχή
wounding
απλός αόριστος
wounded
παθητική μετοχή
wounded
Παραδείγματα
Carelessness with sharp objects can easily wound a person.
Η απροσεξία με αιχμηρά αντικείμενα μπορεί εύκολα να τραυματίσει ένα άτομο.
02
πληγώνω, προσβάλλω
to cause emotional pain or hurt someone’s feelings
Transitive: to wound a person or their feelings
Παραδείγματα
Her dismissive remark wounded his pride.
Η απαξιωτική της παρατήρηση τραυμάτισε την υπερηφάνεια του.
wound
01
τυλιγμένος, τυλιγμένος
twisted or coiled (like a rope, wire, or spring)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wound
συγκριτικός βαθμός
more wound
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wound rope was neatly stacked in the storage room.
Το τυλιγμένο σχοινί ήταν τακτοποιημένα στοιβαγμένο στο δωμάτιο αποθήκευσης.



























