Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Worsening
01
επιδείνωση, χειροτέρευση
having a tendency to become unfavorable
Παραδείγματα
The worsening traffic congestion caused delays across the city.
Η επιδείνωση της κυκλοφοριακής συμφόρησης προκάλεσε καθυστερήσεις σε όλη την πόλη.
02
επιδείνωση, κατάπτωση
process of changing to an inferior state
worsening
01
επιδεινούμενος, χειροτερεύων
becoming progressively worse or more severe
Παραδείγματα
Her worsening mood was noticeable to everyone around her.
Η επιδεινούμενη διάθεσή της ήταν αισθητή σε όλους γύρω της.
Λεξικό Δέντρο
worsening
worsen



























