worsening
wor
ˈwɜ:
se
ning
nɪng
ning

Ορισμός και σημασία του "worsening"στα αγγλικά

01

επιδείνωση, χειροτέρευση

having a tendency to become unfavorable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
worsenings
Παραδείγματα
The patient's worsening condition required immediate medical attention. 

Η επιδεινομένη κατάσταση του ασθενούς απαιτούσε άμεση ιατρική προσοχή.

02

επιδείνωση, κατάπτωση

process of changing to an inferior state 
01

επιδεινούμενος, χειροτερεύων

becoming progressively worse or more severe 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most worsening
συγκριτικός βαθμός
more worsening
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
condition, change, evaluation
Παραδείγματα
The worsening weather conditions forced the event to be canceled. 

Οι επιδεινούμενες καιρικές συνθήκες ανάγκασαν την ακύρωση της εκδήλωσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

worsening
worsen
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store