Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Woolgathering
01
ονειροπόληση, απορρόφηση σε φανταστικές σκέψεις
the act or state of being lost in fanciful thought
Παραδείγματα
Their conversation veered into woolgathering, full of whimsical what-ifs.
Η συζήτησή τους παρέκλινε προς τον ονειροπόλο, γεμάτη με ιδιόμορφα 'τι θα γινόταν αν'.
woolgathering
01
ονειροπόλος, αφηρημένος
having a mood or nature prone to fantasy
Παραδείγματα
The poem's woolgathering quality gave it a surreal charm.
Η ονειροπόληση ποιότητα του ποιήματος του έδωσε μια σουρεαλιστική γοητεία.
Λεξικό Δέντρο
woolgathering
woolgather
wool
gather



























