Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to woolgather
01
ονειροπολώ, αφηνιάζω
to indulge in aimless daydreaming, often drifting away from reality or practical concerns
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
woolgather
γ΄ ενικό πρόσωπο
woolgathers
ενεστώτα μετοχή
woolgathering
απλός αόριστος
woolgathered
παθητική μετοχή
woolgathered
Παραδείγματα
He sat by the window, woolgathering while the meeting carried on.
Κάθισε δίπλα στο παράθυρο, ονειροπολώντας ενώ η συνάντηση συνεχιζόταν.
Λεξικό Δέντρο
woolgathering
woolgathering
woolgather
wool
gather



























