Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wool
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wools
Παραδείγματα
His sweater was made of luxurious wool that kept him cozy.
Το πουλόβερ του ήταν φτιαγμένο από πολυτελές μαλλί που τον κρατούσε ζεστό.
1.1
μαλλί, νήμα μαλλιού
thick thread made from the fibers of sheep or other animals, commonly used for knitting
Παραδείγματα
She bought several skeins of wool to knit a warm sweater for the winter.
Αγόρασε αρκετά κουβάριες από μαλλί για να πλέξει ένα ζεστό πουλόβερ για το χειμώνα.
1.2
μαλλί, ίνα μαλλιού
a warm and soft material that comes from the fur of sheep or lamb, which is commonly used to make clothing such as sweaters, coats, and hats
Παραδείγματα
The wool scarf kept him warm during the chilly winter months.
Το κασκόλ από μαλλί τον κράτησε ζεστό κατά τους ψυχρούς χειμερινούς μήνες.
Λεξικό Δέντρο
wooly
wool



























