wolf down
wolf
wʊlf
ουουλφ
down
daʊn
νταουν
/wˈʊlf dˈaʊn/

Ορισμός και σημασία του "wolf down"στα αγγλικά

to wolf down
[phrase form: wolf]
01

καταβροχθίζω, τρώω άπληστα

to eat something quickly and greedily, often without pausing
to wolf down definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
wolf
ενεστώτας
wolf down
γ΄ ενικό πρόσωπο
wolfs down
ενεστώτα μετοχή
wolfing down
απλός αόριστος
wolfed down
παθητική μετοχή
wolfed down
Παραδείγματα
She barely took a breath as she wolfed down her pasta.
Μόλις πήρε ανάσα ενώ κατάπινε τα ζυμαρικά της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store