Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wolf down
01
καταβροχθίζω, τρώω άπληστα
to eat something quickly and greedily, often without pausing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
wolf
ενεστώτας
wolf down
γ΄ ενικό πρόσωπο
wolfs down
ενεστώτα μετοχή
wolfing down
απλός αόριστος
wolfed down
παθητική μετοχή
wolfed down
Παραδείγματα
After hours of work, she wolfed down her lunch in just a few minutes.
Μετά από ώρες δουλειάς, κατάπιε το μεσημεριανό της σε λίγα λεπτά.



























