woeful
woe
ˈwoʊ
ουου
ful
fəl
φαλ
British pronunciation
/wˈə‍ʊfə‍l/

Ορισμός και σημασία του "woeful"στα αγγλικά

01

θλιμμένος, λυπημένος

affected by deep sorrow or misery
example
Παραδείγματα
The worn-out teddy bear, sitting in the neglected corner, had a woeful appearance, reflecting the years of being overlooked and forgotten.
Το φθαρμένο αρκουδάκι, που κάθονταν στην παραμελημένη γωνία, είχε μια θλιβερή εμφάνιση, αντικατοπτρίζοντας τα χρόνια της αμέλειας και της λήθης.
02

θλιβερός, κακός

of very poor quality or condition

Λεξικό Δέντρο

woefully
woefulness
woeful
woe
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store