Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
woeful
01
θλιμμένος, λυπημένος
affected by deep sorrow or misery
Παραδείγματα
The worn-out teddy bear, sitting in the neglected corner, had a woeful appearance, reflecting the years of being overlooked and forgotten.
Το φθαρμένο αρκουδάκι, που κάθονταν στην παραμελημένη γωνία, είχε μια θλιβερή εμφάνιση, αντικατοπτρίζοντας τα χρόνια της αμέλειας και της λήθης.
02
θλιβερός, κακός
of very poor quality or condition
Λεξικό Δέντρο
woefully
woefulness
woeful
woe



























