Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
woeful
01
θλιμμένος, λυπημένος
affected by deep sorrow or misery
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most woeful
συγκριτικός βαθμός
more woeful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The stray dog had a woeful expression, with sad eyes that seemed to reflect the hardships it had endured on the streets.
Ο αδέσποτος σκύλος είχε μια θλιμμένη έκφραση, με θλιμμένα μάτια που φαίνονταν να αντανακλούν τις δυσκολίες που είχε υποστεί στους δρόμους.
02
θλιβερός, κακός
of very poor quality or condition
Λεξικό Δέντρο
woefully
woefulness
woeful
woe



























