wistful
wist
ˈwɪst
vist
ful
fʊl
fool
wishful

Ορισμός και σημασία του "wistful"στα αγγλικά

01

νοσταλγικός, μελαγχολικός

expressing longing or yearning tinged with sadness or melancholy, often for something unattainable or lost 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wistful
συγκριτικός βαθμός
more wistful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Walking past the park where they used to play as children, he felt a wistful pang of nostalgia for simpler times. 

Περπατώντας δίπλα στο πάρκο όπου έπαιζαν ως παιδιά, ένιωσε ένα μελαγχολικό τσούξιμα νοσταλγίας για πιο απλές εποχές.

Λεξικό Δέντρο

wistfully
wistfulness
wistful
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store