Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wit
01
ένας έξυπνος, ένας ξύπνιος
a person mocked ironically as clever or, more often, foolish
ανεπίσημο
προσβλητικό
Παραδείγματα
what a real wit you are.
Τι πνεύμα είσαι.
02
πνεύμα, ευφυΐα
a message whose ingenuity or verbal skill or incongruity has the power to evoke laughter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
03
ευφυΐα, οξυδέρκεια
the ability to think quickly and cleverly
Παραδείγματα
She showed great wit during the debate.
Έδειξε μεγάλη ευφυΐα κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
04
πνευματώδης άνθρωπος, χιουμορίστας
a witty amusing person who makes jokes
to wit
01
καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
to understand or perceive something with intelligence or sharpness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wit
γ΄ ενικό πρόσωπο
wits
ενεστώτα μετοχή
witting
απλός αόριστος
witted
παθητική μετοχή
witted
Λεξικό Δέντρο
witless
witty
wit



























