Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wistful
01
νοσταλγικός, μελαγχολικός
expressing longing or yearning tinged with sadness or melancholy, often for something unattainable or lost
Παραδείγματα
Listening to the sound of children playing outside, he could n't shake the wistful feeling of missing his own childhood.
Ακούγοντας τον ήχο των παιδιών που παίζουν έξω, δεν μπορούσε να ξεφορτωθεί το νοσταλγικό συναίσθημα της νοσταλγίας για τη δική του παιδική ηλικία.
Λεξικό Δέντρο
wistfully
wistfulness
wistful



























