blowout
blow
ˈbləʊ
μπλεου
out
aʊt
αουτ

Ορισμός και σημασία του "blowout"στα αγγλικά

01

γκέι γιορτή, γκέι πάρτι

a gay festivity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blowouts
02

έκρηξη, ξαφνική βλάβη

a sudden and serious failure of a part or device, leading to immediate malfunction or stoppage 
Παραδείγματα
The blowout of the gas well led to a significant environmental crisis. 

Η έκρηξη του φρεατίου αερίου οδήγησε σε σημαντική περιβαλλοντική κρίση.

03

εύκολη νίκη, απλή επιτυχία

an easy victory 
04

έκρηξη, σκάσιμο ελαστικού

a sudden bursting of a tire, often while driving 
Παραδείγματα
We had to pull over on the highway because of a blowout on the front tire. 

Χρειάστηκε να σταματήσουμε στην εθνική οδό λόγω σκασίματος του μπροστινού ελαστικού.

05

γιορτή, συμπόσιο

a large and lavish feast, often with excessive food and drink 
αργκό
Παραδείγματα
We had a huge Thanksgiving blowout with turkey, stuffing, and endless desserts. 

Είχαμε ένα τεράστιο γλέντι για την Ημέρα των Ευχαριστιών με γαλοπούλα, γέμιση και ατελείωτα επιδόρπια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

blowout

blow

+

out

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store