blowlamp
blow
ˈbləʊ
μπλεου
lamp
læmp
λαιμπ

Ορισμός και σημασία του "blowlamp"στα αγγλικά

01

φλόγιστρο, καυστήρας αερίου

a burner that mixes air and gas to produce a very hot flame 
blowlamp definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blowlamps

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

blowlamp

blow

+

lamp

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store