Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blowhole
01
οπή εξαερισμού, αεραγωγός
a hole for the escape of gas or air
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blowholes
02
αναπνευστικός πόρος, ρουθούνι
the spiracle of a cetacean located far back on the skull



























