blowhole
blow
ˈbloʊ
blow
hole
ˌhoʊl
howl
/blˈə‍ʊhə‍ʊl/

Ορισμός και σημασία του "blowhole"στα αγγλικά

01

οπή εξαερισμού, αεραγωγός

a hole for the escape of gas or air
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blowholes
02

αναπνευστικός πόρος, ρουθούνι

the spiracle of a cetacean located far back on the skull

Λεξικό Δέντρο

blowhole

blow

+

hole

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store