Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Winder
01
τύλιγμα, μηχανήμα τύλιξης
mechanical device around which something can be wound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
winders
02
κλειδί κούρδισης, μηχανισμός κούρδισης
a device used to wind a spring-driven mechanism, such as a clock or toy
Παραδείγματα
The old radio had a manual winder to keep the mechanism functioning.
Το παλιό ραδιόφωνο είχε ένα χειροκίνητο κουρδιστήρι για να διατηρεί το μηχανισμό σε λειτουργία.
03
τυλιχτής, κουρδιστής
a worker who winds (e.g., a winch or clock or other mechanism)
Λεξικό Δέντρο
winder
wind



























