winder
win
ˈwaɪn
ουαιν
der
dɜr
ντερρ
/wˈa‍ɪndɐ/

Ορισμός και σημασία του "winder"στα αγγλικά

01

τύλιγμα, μηχανήμα τύλιξης

mechanical device around which something can be wound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
winders
02

κλειδί κούρδισης, μηχανισμός κούρδισης

a device used to wind a spring-driven mechanism, such as a clock or toy
Παραδείγματα
The old radio had a manual winder to keep the mechanism functioning.
Το παλιό ραδιόφωνο είχε ένα χειροκίνητο κουρδιστήρι για να διατηρεί το μηχανισμό σε λειτουργία.
03

τυλιχτής, κουρδιστής

a worker who winds (e.g., a winch or clock or other mechanism)
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store