windblown
wind
ˈwɪnd
vind
blown
bləʊn
blewn

Ορισμός και σημασία του "windblown"στα αγγλικά

01

αναστατωμένος από τον άνεμο, αχτένιστος από τον άνεμο

appearing untidy because of the wind 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most windblown
συγκριτικός βαθμός
more windblown
διαβαθμίσιμο
02

παραμορφωμένο από τον άνεμο, γλυμμένο από τον άνεμο

used especially of trees; growing in a shape determined by the prevailing winds 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store