wily
Pronunciation
/ˈwaɪɫi/

Ορισμός και σημασία του "wily"στα αγγλικά

01

πανούργος, πονηρός

skillful in achieving what one desires, especially through deceptive means
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
wiliest
συγκριτικός βαθμός
wilier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wily spy managed to gather intelligence by deceiving those around him.
Ο πανούργος κατάσκοπος κατάφερε να συγκεντρώσει πληροφορίες εξαπατώντας όσους τον περιέβαλλαν.

Λεξικό Δέντρο

wiliness
wily
wile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store