wily
wi
ˈwaɪ
vai
ly
li
li
wildlywilly

Ορισμός και σημασία του "wily"στα αγγλικά

01

πανούργος, πονηρός

skillful in achieving what one desires, especially through deceptive means 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
wiliest
συγκριτικός βαθμός
wilier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, character, cunning
Παραδείγματα
The wily salesman used his charm and persuasion to close deals that others couldn't. 

Ο πανούργος πωλητής χρησιμοποίησε τη γοητεία και την πειθώ του για να κλείσει συμφωνίες που άλλοι δεν μπορούσαν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

wiliness
wily
wile
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store