Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
widespread
01
διαδεδομένος, γενικευμένος
existing or spreading among many people, groups, or communities through communication, influence, or awareness
Παραδείγματα
The belief that drinking eight glasses of water a day is necessary is widespread but not scientifically proven.
Η πεποίθηση ότι η κατανάλωση οκτώ ποτηριών νερού την ημέρα είναι απαραίτητη είναι διαδεδομένη αλλά δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά.
Λεξικό Δέντρο
widespread
wide
spread



























