Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
widespread
01
διαδεδομένος, γενικευμένος
existing or spreading among many people, groups, or communities through communication, influence, or awareness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most widespread
συγκριτικός βαθμός
more widespread
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The misinformation about the new policy became widespread on social media.
Η παραπληροφόρηση για τη νέα πολιτική έγινε ευρέως διαδεδομένη στα κοινωνικά δίκτυα.
Λεξικό Δέντρο
widespread
wide
spread



























