Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Widow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
widows
αρσενικό ενικό
widower
θηλυκό ενικό
widow
neutral form
bereaved spouse
Παραδείγματα
After her husband's passing, she became a widow.
Μετά το θάνατο του συζύγου της, έγινε χήρα.
to widow
01
καθιστώ χήρο, προκαλώ το θάνατο του συζύγου
cause to be without a spouse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
widow
γ΄ ενικό πρόσωπο
widows
ενεστώτα μετοχή
widowing
απλός αόριστος
widowed
παθητική μετοχή
widowed
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
widowhood
widow



























