Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to whittle down
01
μειώνω σταδιακά, εξαλείφω σιγά σιγά
to gradually reduce or decrease something by cutting away or eliminating bit by bit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
whittle
ενεστώτας
whittle down
γ΄ ενικό πρόσωπο
whittles down
ενεστώτα μετοχή
whittling down
απλός αόριστος
whittled down
παθητική μετοχή
whittled down
Παραδείγματα
To meet the weight limit, the traveler had to whittle down the contents of the suitcase, leaving behind non-essential items.
Για να πληρώσει το όριο βάρους, ο ταξιδιώτης έπρεπε να μειώσει σταδιακά τα περιεχόμενα της βαλίτσας, αφήνοντας πίσω μη απαραίτητα αντικείμενα.



























