to whiz
whiz
wɪz
viz
quizbizefizzrizz

Ορισμός και σημασία του "whiz"στα αγγλικά

to whiz
01

βουίζω, σφυρίζω

make a soft swishing sound 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whiz
γ΄ ενικό πρόσωπο
whizzes
ενεστώτα μετοχή
whizzing
απλός αόριστος
whizzed
παθητική μετοχή
whizzed
01

άσσος, ειδικός

a person who is extremely skilled or knowledgeable in a particular area 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whizzes
Παραδείγματα
She is a math whiz who solves problems quickly. 

Είναι μια ιδιοφυΐα στα μαθηματικά που λύνει προβλήματα γρήγορα.

02

σφύριγμα, βουητό

a sound that is heard when something moves quickly through the air 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store