Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to whiz
01
βουίζω, σφυρίζω
make a soft swishing sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whiz
γ΄ ενικό πρόσωπο
whizzes
ενεστώτα μετοχή
whizzing
απλός αόριστος
whizzed
παθητική μετοχή
whizzed
Whiz
01
άσσος, ειδικός
a person who is extremely skilled or knowledgeable in a particular area
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whizzes
Παραδείγματα
She earned a reputation as a marketing whiz.
Κέρδισε τη φήμη ενός άσου στο μάρκετινγκ.
02
σφύριγμα, βουητό
a sound that is heard when something moves quickly through the air



























