Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whiteness
01
λευκότητα, ασπράδα
the quality of having a white color
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The whiteness of the snow made the landscape look serene and untouched.
Η λευκότητα του χιονιού έκανε το τοπίο να φαίνεται γαλήνιο και ανέγγιχτο.
02
λευκότητα, χλωμότητα
lightness or fairness of complexion
03
αθωότητα, αγνότητα
the state of being unsullied by sin or moral wrong; lacking a knowledge of evil
Λεξικό Δέντρο
whiteness
white



























