white-livered
white
waɪt
vait
live
laɪv
laiv
red
rɛd
red

Ορισμός και σημασία του "white-livered"στα αγγλικά

white-livered
01

δειλός, φοβισμένος

characterized by extreme timidity or fearfulness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most white-livered
συγκριτικός βαθμός
more white-livered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, behavior, emotion
Παραδείγματα
His white-livered approach to the decision-making process revealed a deep-seated fear of failure. 

Η δειλή προσέγγισή του στη διαδικασία λήψης αποφάσεων αποκάλυψε έναν βαθύ φόβο για την αποτυχία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store