white-livered
Pronunciation
/wˈaɪtlˈɪvɚd/

Ορισμός και σημασία του "white-livered"στα αγγλικά

white-livered
01

δειλός, φοβισμένος

characterized by extreme timidity or fearfulness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most white-livered
συγκριτικός βαθμός
more white-livered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their plans faltered because of the white-livered behavior of those who shied away from bold moves.
Τα σχέδιά τους απέτυχαν λόγω της δειλής συμπεριφοράς εκείνων που απέφευγαν ταλμηρές κινήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store