Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-intentioned
01
καλοπροαίρετος, αποτελεσματικός αντίθετα
intending or planning to help but in fact worsening the situation or result
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-intentioned
συγκριτικός βαθμός
more well-intentioned
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
intention, action, outcome
LanGeek



























