well-chosen
well
wɛlʧəʊzən
velchewzēn
chosen

Ορισμός και σημασία του "well-chosen"στα αγγλικά

well-chosen
01

καλά επιλεγμένο, κατάλληλα επιλεγμένο

selected for being the most suitable or effective 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-chosen
συγκριτικός βαθμός
better-chosen
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
selection, language, effectiveness
Παραδείγματα
Her well-chosen words diffused the tension in the meeting. 

Οι καλά επιλεγμένες λέξεις της διέλυσαν την ένταση στη συνάντηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store