Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-bred
01
καλά αναθρεμμένος, καλής ανατροφής
being raised or bred with good manners, refined qualities, and a pedigree indicating a desirable lineage or ancestry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-bred
συγκριτικός βαθμός
better-bred
διαβαθμίσιμο



























