weightlift
weight
ˈweɪt
ουειτ
lift
lɪft
λιφτ
weight-lift

Ορισμός και σημασία του "weightlift"στα αγγλικά

01

άρση βαρών, σωματοδόμηση

bodybuilding by exercise that involves lifting weights 
weightlift definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
to weightlift
01

σηκώνω βάρη, κάνω άρση βαρών

lift weights 
to weightlift definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
weightlift
γ΄ ενικό πρόσωπο
weightlifts
ενεστώτα μετοχή
weightlifting
απλός αόριστος
weightlifted
παθητική μετοχή
weightlifted

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

weightlift

weight

+

lift

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store