Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to weight-lift
01
σηκώνω βάρη, κάνω άρση βαρών
to lift heavy weights as a form of exercise or strength training
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
weight-lift
γ΄ ενικό πρόσωπο
weight-lifts
ενεστώτα μετοχή
weight-lifting
απλός αόριστος
weight-lifted
παθητική μετοχή
weight-lifted
Παραδείγματα
He weight-lifts at the gym three times a week to build muscle.
Ασκείται με άρση βαρών στο γυμναστήριο τρεις φορές την εβδομάδα για να χτίσει μυς.



























