weewee
weewee
wi:wi:
vivi

Ορισμός και σημασία του "weewee"στα αγγλικά

01

κατούρημα, τσίσα

a casual, childish term for urine 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
weewees
Παραδείγματα
The toddler’s diaper was soaked with weewee, so it was time for a change. 

Η πάνα του μωρού ήταν μουλιασμένη με κατούρημα, οπότε ήταν ώρα για αλλαγή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

weewee

wee

+

wee

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store